Η ραδιενεργός αρθροϋμενόλυση (RSO) εφαρμόστηκε πρώτη φορά το 1952 από τον Αυστριακό Ιατρό Karl Fellinger, ο οποίος εφάρμοσε ένα κολλοειδές διάλυμα ραδιενεργού χρυσού (Gold-198) στην άρθρωση του γονάτου σε ασθενείς οι οποίοι έπασχαν από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η πρώτη κλινική δοκιμή που πραγματοποιήθηκε για τη διαπίστωση της αποτελεσματικότητας της ενδοαρθρικής θεραπείας με ραδιονουκλίδια, πραγματοποιήθηκε από τον Ansel et al. το 1963. Στη δοκιμή αυτή χρησιμοποιήθηκε κολλοειδές διάλυμα Gold-198 για τη θεραπεία επίμονης διάχυσης στην άρθρωση του γονάτου (Szentesi, 2020).
Το 1968 ο Delbarre παρουσίασε για πρώτη φορά τον όρο Radiosynoviorthesis, η οποία προέρχεται από την ελληνική λέξη «όρθωση» και σχετίζεται με τον ανασχηματισμό της μεμβράνης των αρθρώσεων μέσω των ραδιονουκλιδίων (Zalewska et al., 2016). Ραδιονουκλίδια όπως το Yttrium-90 silicate/citrate, το Rhenium-186, το Erbium-169 και άλλα, ξεκίνησαν να εφαρμόζονται τη δεκαετία του 1970, ενώ οι πρώτες κατευθυντήριες γραμμές για την RSO εμφανίστηκαν το 2003 (Szentesi et al., 2020).
Φλεγμονή και άρθρωση
Σύμφωνα με τους Krenn et al. (2006), οι ασθένειες οι οποίες αναπτύσσονται στις αρθρώσεις είναι λίγες. Συνήθως εκδηλώνονται στην υμενική μεμβράνη και οι περισσότερες είναι διαφορετικές μορφές υμενίτιδας στα πλαίσια εκφυλιστικών, μεταβολικών ή φλεγμονωδών/αυτοάνοσων παθήσεων. Στην ιστοπαθολογική της απεικόνιση, η υμενίτιδα, παρουσιάζεται με διάφορες μορφές, κάποιες από τις οποίες περιέχουν καλά καθορισμένα, ειδικά για κάποια ασθένεια χαρακτηριστικά, ενώ σε άλλες υπάρχουν μη-ειδικά ευρήματα.
Οι περισσότερες αρθροπάθειες χαρακτηρίζονται από φλεγμονή, η οποία οφείλεται σε υπερδραστηριότητα των κυττάρων του αρθρικού υμένα (Mayer-Wagner et al., 2012). Αυτή οδηγεί σε αύξηση των μακροφάγων, διάχυση αρθρικού υγρού καθώς και στην απελευθέρωση φλεγμονωδών ενζύμων. Ως αποτέλεσμα, οι διαδικασίες αυτές συνοδεύονται από συμπτώματα, τα οποία είναι ο πόνος και η μείωση της κινητικότητας της άρθρωσης (Liepe, 2015).
Οι κύριες παρεμβάσεις μπορούν να είναι είτε συστηματικές, είτε τοπικές. Οι συστηματικές στοχεύουν στον περιορισμό των φλεγμονωδών διαδικασιών μέσω της χρήσης ανοσοτροποποιητικών φαρμάκων, ενώ οι τοπικές στην επιβράδυνση της καταστροφής της άρθρωσης, καθώς και της αστάθειας που θα ακολουθήσει. Οι παρεμβάσεις αφορούν την έγχυση γλυκοκορτικοειδών στην άρθρωση, τη χημική υμενεκτομή (κυρίως με οσμικό οξύ).
και τη χειρουργική αποκατάσταση της άρθρωσης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και η μέθοδος της ραδιενεργούς αρθροϋμενόλυσης (Szentesi et al., 2020). Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι οι τοπικές παρεμβάσεις (στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η ραδιενεργός αρθροϋμενόλυση), όταν χρησιμοποιηθούν σε προχωρημένο στάδιο της νόσου, δεν αντιστρέφουν την καταστροφή που έχει προκληθεί, αλλά χρησιμοποιούνται για την επιβράδυνσή της (Pelosi et al., 2004).
Η επιλογή της κατάλληλης παρέμβασης εξαρτάται από κάποιους παράγοντες. Αυτοί είναι: η διάγνωση καθώς και η δραστηριότητα της υποκείμενης ασθένειας, η ακτινολογική κατάσταση της άρθρωσης, η συννοσηρότητα με άλλες ασθένειες (όπως διαταραχές πήξης), καθώς και την παρουσία άλλων παραγόντων κινδύνου που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας όπως την εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (Szentesi et al., 2020).
Ραδιοϊσοτοπικές θεραπείες
Το ραδιενεργό Ύττριο -90 (90Υ) σε μορφή κολλοειδούς με χρόνο ημιζωής 2,67 ημέρες και διεισδυτικότητα στα μαλακά μόρια 5-10 χιλιοστά εγχύεται τοπικά σε Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής με τις ακόλουθες ενδείξεις:
- Ρευματοειδής Αρθρίτιδα
- Σπονδυλοαρθρίτιδα (αντιδραστική, ψωριασική αρθρίτιδα κ.α.)
- Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις των αρθρώσεων όπως η νόσος του Lyme ή η νόσος του Behçet
- Επίμονη διάχυση αρθρικού υγρού
- Αιμοφιλική αρθροπάθεια
- Αρθρίτιδα από κρυστάλλους πυροφωσφορικού οξέος (CPPD)
- Λαχνοοζώδης Υμενίτιδα (Pigmented villonodular synovitis ή PVNS)
- Επίμονη διάχυση αρθρικού υγρού μετά από αρθροπλαστική
-
Αδιαφοροποίητη αρθρίτιδα (όπου η αρθρίτιδα χαρακτηρίζεται από υμενίτιδα, πάχυνση του υμένα ή διάχυση αρθρικού υγρού
Αντενδείξεις
Απόλυτες:
- Εγκυμοσύνη
- Θηλασμός
- Τοπική δερματική μόλυνση
- Ιγνυακή κύστη ή κύστη του Baker που έχει υποστεί ρήξη (στην περιοχή του γονάτου)
Σχετικές:
- Οι ραδιοφαρμακευτικές ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε παιδιά κάτω των 20 ετών μόνο εάν τα οφέλη της θεραπείας είναι περισσότερα από τους πιθανούς κινδύνους
- Εκτεταμένη αρθρική αστάθεια με οστική καταστροφή
- Στοιχεία που υποδεικνύουν σημαντική απώλεια χόνδρου μέσα στην άρθρωση
Το Έρβιο (169Er) citrate παρέχεται ως κολλοειδές εναιώρημα με διάμετρο σωματιδίων περίπου 1000-2000 nm για ενδοαρθρική εφαρμογή.
Το 169Er είναι εκπομπός β σωματιδίων. Η μέση εμβέλεια των παραπάνω β- σωματιδίων ανέρχεται σε 0,3 mm, με μέγιστη 1,0 mm στο μαλακό ιστό ενώ στον χόνδρο η μέση εμβέλεια φθάνει τα 0,2 mm με μέγιστη τα 0,7 mm. Η μέγιστη διαδρομή τους στην αρθρική μεμβράνη προσεγγιστικά ισούται με 0,45 mm. Ο χρόνος υποδιπλασιασμού του είναι Τ1/2 = 9,40 ημέρες
To186Re sulfide (Ρήνιο) παρέχεται σαν στείρο μη πυρετογόνο ενέσιμο διάλυμα. Διασπάται με ακτινοβολία β. Η μέση εμβέλεια των παραπάνω σωματιδίων είναι 1,2 mm στο μαλακό ιστό (με μέγιστη 3,6 mm) ενώ ανέρχεται σε 0,9 mm (με μέγιστη 2,7 mm) στο χόνδρο. Η μέγιστη διαδρομή τους στην αρθρική μεμβράνη προσεγγιστικά ισούται με 0,45 mm. Ο χρόνος υποδιπλασιασμού του είναι Τ1/2 = 3,7 ημέρες.
Η χορήγηση των παραπάνω ραδιο-σκευασμάτων ενδείκνυται:
• 169Er: Ως θεραπεία ρευματοειδούς μόνο ή ολιγοαρθρίτιδας σε μία ή περισσότερες μικρές αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών, μετά από αποτυχία θεραπείας με κορτικοστεροειδή ή όταν τα τελευταία σκευάσματα αντενδείκνυνται.
• 186Re: Ως θεραπεία ρευματοειδούς μόνο ή ολιγοαρθρίτιδας σε μεσαίου μεγέθους αρθρώσεις (ώμου, αγκώνα, καρπού, αστραγάλου, ισχίου και ανωτέρας και κατωτέρας ταρσικής άρθρωσης), υμενίτιδα/φλεγμονή υμένα από διάφορες αιτίες.
Μετά την ενδοαρθρική έγχυση, τα κολλοειδή ακολουθούν τη διαδικασία της φαγοκυττάρωσης από τα επιφανειακά αρθρικά κύτταρα. Εξαιτίας της ακτινοβόλησης, παρατηρείται νέκρωση του επιφανειακού αρθρικού επιπέδου από την πρώτη κιόλας μέρα. Μετά από περίοδο μερικών μηνών επέρχεται αρθρική ίνωση.
Η χορήγηση γίνεται σχεδιασμένα. Η εκπομπή β- ακτινοβολίας εξασφαλίζει εναπόθεση των απαραίτητων ποσών ενέργειας τοπικά ενώ κάποια από αυτά έχουν μικρά ποσά γ΄εκπομπής η οποία επιτρέπει και την απεικόνιση σε γ΄κάμερα. Για να διασφαλιστεί η τήρηση των ορίων δόσης του γενικού κοινού οι ασθενείς εξέρχονται με γραπτές και προφορικές οδηγίες ακτινοπροστασίας ώστε να ελαχιστοποιείται η έκθεση σε ακτινοβολία της οικογένειάς τους και του κοινού.
Στο Metropolitan Hospital, το υπερσύγχρονο Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής προσφέρει ολοκληρωμένες διαγνωστικές και θεραπευτικές υπηρεσίες υψηλών προδιαγραφών. Με τη χρήση προηγούμενου εξοπλισμού τεχνολογίας αιχμής και την εφαρμογή εξειδικευμένων ραδιοϊσοτοπικών θεραπειών, διασφαλίζεται η ακριβής απεικόνιση και αντιμετώπιση σύνθετων παθήσεων. Η έμπειρη επιστημονική ομάδα του τμήματος εγγυάται την απόλυτη ασφάλεια και την εξατομικευμένη φροντίδα κάθε ασθενούς, καθοδηγώντας τον υπεύθυνα σε κάθε βήμα της διαγνωστικής και θεραπευτικής διαδικασίας.
Για περισσότερα σχετικά άρθρα δείτε εδώ.